επίκλη

επίκλη
ἐπίκλη, ή (AM)
1. (κατά τον Ησύχ.) επίκληση, επωνυμία
χρησιμοποιείται μόνο στην αιτ. στην έκφραση ἐπίκλην ἔχω
ονομάζομαι, καλούμαι, έχω ονομασία («ἄστρα, ἐπίκλην ἔχοντα πλανητά», Πλάτ.)
2. (η αιτ. ως επίρρ.) ἐπίκλην
α) κατ’ επίκληση, με την επωνυμία, με το όνομα («ἀέρος, τὸ μὲν εὐαγέστατον ἐπίκλην αἰ θὴρ καλούμενος», Πλάτ.)
β) ονομαστικά, κατ’ όνομα
συνηθισμένος ο τ. τοὐπίκλην (< τὸ ἐπίκλην) με κράση και μσν. τo ἐπίκλιν
3. «τὸ ἐπίκλιν τῶν Ἐλλήνων» — η δόξα, το καύχημα τῶν Ελλήνων (Χρον. Μoρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κλην, που απαντά μόνο στο παρόν σύνθετο (< καλώ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Άγιον Όρος ή Άθως — Πολιτεία μοναχών (2.262 κάτ.) που άνθησε ιδιαίτερα στους βυζαντινούς χρόνους. Το Ά.Ό. είναι βουνό με άφθονα δάση (2.033 μ.), στη νότια άκρη της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής, από το οποίο ονομάστηκε έτσι και η χερσόνησος (332,5 τ. χλμ.).… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”